Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

STERBE UND WERBE

...Δύο φωνές μου μιλούσαν. Η πρώτη, ύπουλη και σταθερή, έλεγε:''Η Γη είναι ένα γλύκισμα ωραίο, μπορώ (κι η ευχαρίστησή σου θα 'ναι τότε δίχως τέλος!) να σου δώσω μιαν όρεξη παρόμοια μεγάλη''. Και η δεύτερη : ''Έλα! ω, έλα στο ταξίδι των ονείρων, πέρα από το δυνατό, πέρα απ' το γνωρισμένο!'' Και η φωνή αυτή ετραγουδούσε όπως ο άνεμος στις ακρογιαλιές, φάντασμα που κλαυθμυρίζει και κανείς δεν ξέρει πούθε ήρθε, που χαιδεύει το αυτί κι όμως το τρομάζει. Σου απάντησα: ''Ναι! γλυκιά φωνή!''
Από τότε κρατάει αυτό που μπορεί, αλίμονο! να ειπωθεί πληγή μου και πεπρωμένο μου. Πίσω από τις σκηνοθεσίες της απεράντου υπάρξεως, στο μελανότερο της αβύσσου, βλέπω καθαρά κόσμους παράξενους, και, θύμα εκστατικό της οξυδέρκειάς μου, σέρνω φίδια που μου δαγκάνουν τα πόδια. Κι από εκείνο τον καιρό αγαπώ τόσο τρυφερά, καθώς οι προφήτες, την έρημο και την θάλασσα, γελώ στα πένθη και κλαίω στις γιορτές, βρίσκω μια γεύση γλυκιά στο πιο πικρό κρασί, νομίζω πολλές φορές για ψέματα τις αλήθειες, και, με τα μάτια στον ουρανό πέφτω σε γκρεμούς.
Αλλά η Φωνή με παρηγορεί και λέει : ''Κράτησε τα όνειρά σου, οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς!''
CHARLES BAUDELAIRE

Υπάρχει μία κατηγορία καλλιτεχνών που την κατατάσσω στην ''Περίπτωση Wagner''. Καλλιτέχνες των οποίων το ταλέντο είναι μεγαλύτ
ερο απ' την προσωπικότητά τους και τις νοητικές τους ικανότητες. Αδυνατούν να το κατανοήσουν (αν και το διαισθάνονται), να το πειθαρχήσουν και να το αξιοποιήσουν. Καλλιτέχνες όπως ο Μπάυρον, ο Ουγκώ, ο Μούρκοκ, ο Πόε, ο Παλαμάς, ο Βαλαωρίτης, ο Μπωντλαίρ, ο Καρυωτάκης και φυσικά ο Ριχάρδος Βάγκνερ για να σταθώ σε καλές περιπτώσεις και ονόματα επιφανείας. (Η περίπτωση R.E.Howard είναι τόσο ιδιαίτερη που συνιστά singularity.) Μόνο προσοχή δεν μιλώ για την απαστράπτουσα ανοησία στον ήλιο του εφήμερου. Αυτό είναι διαφορετικό κι όχι της παρούσης.
Κάπου εκεί πέρα στα ομιχλώδη ρουμάνια της φαντασίας θα συναντήσουμε και τον Midnight. Μία καλλιτεχνική φωνή που ανυψώθηκε αγγελικά απ' τον βούρκο της παρακμής στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Έλαμψε για λίγο και επέστρεψε στην μήτρα της ύπαρξης. Ένας ακόμη κρίκος στην αλυσίδα των καταραμένων ποιητών με τα μεγάλα ταλέντα και τ' ακόμη μεγαλύτερα πάθη. Πάθη που αντί να τα πειθαρχήσει και να δημιουργήσει αφέθηκε έρμαιο στο κόκκινο της ορμής τους. Ακυβέρνητο πλοιάριο εν μέσω καταιγίδας.
Η επική τέχνη μαγνήτισε τα ένστικτά του αλλά απαντήσεις δεν του 'δωκε. Η μούσα Καλλιόπη δεν ανταποκρίθηκε στις επικλήσεις. Στο ομότιτλο ντεμπούτο των Crimson Glory βλέπει την Valhalla υπερβατικά (We have found a new horizon, Far beyond the stars that shine above), την συγχέει πότε με τον παράδεισο, πότε με την κόλαση, άλλοτε βίκινγκ, άλλοτε άγγελος (βλ. Valhalla, Azrael, Angels of War). Επιπόλαια κι επιφανειακή θεώρηση.
[Δεν ήταν πάντως ο μόνος : Tsamis (Warlord
/ Lordian Guard), Defeis (Virgin Steele), Martin (Black Sabbath-Tyr era), Shelton (Manilla Road) δυσκολεύτηκαν στον διαχωρισμό.]
Lonely freedom, eyes of pain
Tears will fall like silent r
ain
Hearts will shatter, feelings fade

Somehow it always seems the same.
...
Cause the feelings come and go

And you never really know

If the feelings ever
real
So you got to have a hear
t of steel.
Το κλείσιμο του δίσκου φανερώνει τα πρώτα δείγματα της οργής του μεγαλείου. Της σχιζοφρενικής του φύσης. Το τραγούδι της σοφίτας. Η αποξένωση, τα επτά δέρματα της μοναξιάς. Η μάχη, η παράνοια...
Full moon's reflecting
A face in the mirror

Twisted and blee
ding
No, you can't be real
, no you're
All in my mind
shades of insanity, you're not me

You're not me

...

And on and on i wonder is there more
What is life beyond the attic door

The full moon in my eyes
Is all that's real
The mirror's lost reflection is in me.

...
You're lyin' Hey!
Ha, ha,ha,ha!

Who's there?
No one there

You're not me!

Κι αν η Καλλιόπη (δικαίως) αδιαφόρησε, η μούσα Ερατώ του 'κλεισε πονηρά το μάτι. Ο Midnight ανακαλύπτει την πραγματική του κλίση στην λυρική-ερωτική τέχνη. Αυτά τα χέρια δε γεννήθηκαν για να κραδαίνουν ξίφος. 'Οπως σοφά λέει το δημώδες άσμα :
Γιανίτσαρο με πήραν πέρα στη Φραγκιά
να μάθω το δοξά
ριν και τον πόλεμο.
Κι ουδέ δοξάρι εμάθα κι ουδέ πόλεμον,

μον' μάθα την αγάπην την παντέρημη.

Είναι εντυπωσιακή η στιχουργική μεταστροφή των Crimson Glory από τον πρώτο στον δεύτερο δίσκο. (Οι C.G. έχουν μόνο δύο δίσκους στο ενεργητικό τους, οι υπόλοιποι κακώς φέρουν τ' όνομα.) Στο Transcendence η οπτική αλλάζει : η χθόνια (σκοτεινή) γυναίκα με το διαβολικό προσωπείο (Dragon Lady, Queen of the Masquerade) που αιχμαλωτίζει τις ανδρικές ψυχές, η υπεύθυνη για την πτώση των αγγέλων μετατρέπεται σ' αιθέρια ύπαρξη, αγνή (λευκό-χιόνι) και εύθραυστη (γαλάζιο-ουρανός) που -μέσω του έρωτα- λυτρώνει. Όσο πιο ''φωτεινή'' γίνεται η κυρά τόσο ο πραγματικός κόσμος ''σκοτεινιάζει''.
Αυτό συμβαίνει όταν ο δημιουργός κουράζεται ή δειλιάζει και τα παρατά. Το να τιθασεύσεις την οργή του μεγαλείου θέλει τρόπους κι ένστικτα άγνωστα στους κοινούς θνητούς. Το να περάσεις ανάμεσα στις συμπληγάδες του ''όντος'' και του ''μη όντος'' θέλει νου και καρδιά Οδυσσέα. Μα ο Midnight δεν είναι από τέτοιο υλικό. Αφουγκράζεται μα δεν βλέπει. Διαισθάνεται μα δεν κατανοεί. Και κρύβεται στα σκοτάδια και τους ίσκιους. Θεωρώ γοητευτική συγκυρία τη δήλωσή του πως όταν έφυγε απ' το συγκρότημα έζησε για χρόνους σε μία σπηλιά. Μου θυμίζει την παραβολή της σπηλιάς στην Πλατωνική Πολιτεία. (Το πρότυπο της σπηλιάς είναι η πρωτογενής κατοικία του αρχανθρώπου, το αρχέτυπο είν' η μήτρα.)
Ως γνήσιος ρομαντικός αποκηρύσσει τον πραγματικό κόσμο (So it's farewell to you my sunlit world, so full of hate and misery, you see i can't take it anymore) τον γεμάτο βάσανα, πόνο, δυστυχία (σαν να 'χαν κάποτε σωσμό...που γράφει κι ο Παπαδιαμάντης) και δραπετεύει στο δικό του σκοτεινό σύμπαν σμιλευμένο απ' τα υλικά του ονείρου (In dark places we will see, worlds we 've always dreamed).
You, mystic moon it's you who rule the night
breathing life into my dreams,
I see your face in nightmares shining bright.
Οι δαίμονες όμως δεν τον εγκαταλείπουν ούτε στον μικρόκοσμό του και τα όνειρα συχνά είναι εφιάλτες. Τα χρώματα στην παλέτα λαμβάνουν πρωτοβουλία και κατευθύνουν το χέρι του ζωγράφου. Αλχημικά, σχεδόν, το μπλε γίνεται γκρίζο :
When the nightmares ensue
All that you can do is paint your sky
another brighter shade of blue.
Spread your wings you can glide
above the violent storms
that plague your life,
You paint the picture blue or grey.
Ο έκπτωτος άγγελος αναζητά την κάθαρση μέσω της αγνότητας και της υπερβατικότητας του έρωτα. Επικαλείται την Κυρά του Χειμώνα (Lady of Winter, turning to rain, White world of wonder, fading away) κι ανακαλύπτει πως στην αυτοεξορία του (στον μικρόκοσμο) η λύση δίνεται εκ των έσω : Try to find your sky, Your world within yourself.
Αποκομμένος απ' την πραγματικότητα, κρυμμένος στους ίσκιους, χαμένος στα οράματα στις οπτασίες του υποσυνείδητα γνωρίζει πως η λύτρωση κι ο έρωτας είναι ζήτημα φωτός (The night will fade, the sun will shine a new day. And light the way for you to find New Love). Αυτό θεριεύει την μελαγχολία του :
I stand alone in silence
upon the mountain high
I'm waiting for the spirit
Eyes upon the sky.

They whisper in my visions
They haunt me in my dreams
They've shown worlds that shimmer
and peaceful fields of green.
Το αίνιγμα των αινιγμάτων όμως δεν τ' απάντησε. Στην μητέρα των μαχών προτίμησε να μείνει στην οπισθοφυλακή :
In death I've found the answer
In death I live again
Fear not the reaper's blade
It does not mean the end.
It never really ends...

ΥΓ1. Ο τίτλος είναι παρμένος από τον Γκαίτε. Σημαίνει ''Πέθανε και Γίνε''. Δυστυχώς ή ευτυχώς ο πραγματικός καλλιτέχνης γεννιέται μετά θάνατον.
ΥΓ2. Το εισαγωγικό του Μπωντλαίρ είναι από το ποίημα La Voix σ' ελεύθερη απόδοση του Καρυωτάκη.
ΥΓ3. Στάθηκα αποκλειστικά στον δημιουργό κι όχι στον τραγουδιστή Midnight. Εδώ θα 'μαι λακωνικός : πως περιγράφεται το τέλειο;
ΥΓ4. Διαβάζω δεξιά κι αριστερά απόψεις του τύπου ''τον κατέστρεψε το αλκοόλ'', ''αδίκησε το ταλέντο του'', ''θα μπορούσε να προσφέρει περισσότερα αν...'' και διάφορα άλλα τέτοια επιπόλαια. Διαφωνώ και επιχειρηματολογώ με απόσπασμα Τέλλου Άγρα από ένα δοκίμιό του πίσω στα 1934 : ''Ένας μεγάλος ποιητής έπινε αψέντι. Έγινε αλκοολικός. Δεν έπινε βέβαια για να γράψει. Αλλ' ούτε κι έπαψε να πίνει για να γράφει! Τα ποιήματά του είναι του ανθρώπου που είχε το πάθος του αλκοολισμού, έργα και σταθμοί του ανθρώπου που κατάντησε να γίνει αλκοολικός και να σέρνεται στα Νοσοκομεία. Μα έτσι είναι! Διαφορετικά θα ήταν έργα άλλου ποιητού.''
ΥΓ.5 Μαζί του πέθανε κι ένα κομμάτι της εφηβείας μου. Θρηνώ και για τα δύο...

Δεν υπάρχουν σχόλια: